- δικλίς
- δικλίς, ίδος, ἡ, zweiflügelig, von Türen; entweder gebildet aus δίς und κλίνω, doppelt angelehnt, oder aus δίς und κλείω, κλείς, doppelt geschlossen oder doppelt schließend; ohne Zusatz: Doppeltür
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
δικλίς — double folding fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίς — η βλ. δικλίδα … Dictionary of Greek
δικλίδα — δικλίς double folding fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίδας — δικλίς double folding fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίδες — δικλίς double folding fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίδι — δικλίς double folding fem dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίδος — δικλίς double folding fem gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίδων — δικλίς double folding fem gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίσι — δικλίς double folding fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίσιν — δικλίς double folding fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δικλίδ' — δικλίδα , δικλίς double folding fem acc sg δικλίδι , δικλίς double folding fem dat sg δικλίδε , δικλίς double folding fem nom/voc/acc dual … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)